Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΟΚΤΟΝΟΥΝ..ΕΦΗΒΟΙ








 Η Νέα Ζηλανδία,είναι  η χώρα που παρουσιάζει υψηλότερα ποσοστά καταγεγραμμένων αυτοκτονιών εφήβων στον κόσμο , αποδίδουν το πρόβλημα σε έντονο σχολικό bullying, κοινωνικές ανισότητες, ψυχική πίεση και δυσκολίες πρόσβασης σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας. 

Η Νότια Κορέα, μια χώρα συνδεδεμένη με την τελειομανία και τον έντονο κοινωνικό και επαγγελματικό ανταγωνισμό, ακολουθεί. 

 Πολύ υψηλά ποσοστά καταγράφει η Ιαπωνία, μια χώρα στην οποία γίνονται διαρκείς προσπάθειες να εξαλειφθεί η

 «κουλτούρα της αυτοκτονίας». 

Εδώ, ως σημαντικός λόγος αναφέρεται η μοναξιά και η κοινωνική απομόνωση. 

Στις ΗΠΑ, όπου οι αυτοκτονίες εφήβων παρουσιάζουν αυξητική τάση, οι 

την επίδραση των social media, την εύκολη πρόσβαση σε όπλα και τις κοινωνικές ανισότητες. 

Από την άλλη πλευρά, στην Ινδία, η οποία επίσης έχει πολύ υψηλά ποσοστά αυτοκτονιών εφήβων, η φτώχεια και η κοινωνική πίεση είναι οι βασικοί λόγοι που τους οδηγούν στην αυτοχειρία. 

Δεν αποτελεί έκπληξη ότι η μεγάλη πλειονότητα των εφήβων που αυτοκτονούν είναι κορίτσια και ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους αποφασίζουν να τελειώσουν τη ζωή τους είναι η προοπτική ενός υποχρεωτικού γάμου. 

Περίπου 75% των αυτοκτονιών παγκοσμίως συμβαίνουν σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. 

Παρότι τα στοιχεία δεν καταγράφονται επαρκώς, η Υποσαχάρια Αφρική, η Λατινική Αμερική και η Μέση Ανατολή πρωταγωνιστούν στις αυτοκτονίες εφήβων, οι οποίες παραμένουν «στίγμα» σε αυτές τις κοινωνίες και σπανίως αντιμετωπίζονται ως συλλογικό πρόβλημα. 

Στον «Τρίτο Κόσμο», οι αιτίες είναι προφανείς: η φτώχεια, ο κοινωνικός αποκλεισμός, οι πόλεμοι, η προσφυγιά και η έλλειψη προοπτικής. 

Πρόκειται για αφανή θύματα, που δεν μπορούν να ζήσουν καλά, αλλά δεν τους επιτρέπεται και να πεθάνουν αξιοπρεπώς. Ή, έστω, να ακουστούν μετά θάνατον. 

Η περίπτωση της Κίνας 

Οσοι πιστεύουν ότι για όλα φταίει ο καπιταλισμός, θα απογοητευθούν με τα στοιχεία που έρχονται από την Κίνα.

 Παρότι είναι προσεκτικά φιλτραρισμένα, ο ΠΟΥ, η UNICEF και μεγάλες επιδημιολογικές μελέτες έχουν καταλήξει σε ορισμένα σχετικά ασφαλή συμπεράσματα: 

Η αυτοκτονία είναι από τις κύριες αιτίες θανάτου σε νέους 15-29 ετών.

 Ενώ τα συνολικά ποσοστά αυτοκτονιών στη χώρα έχουν μειωθεί από τη δεκαετία του 1990 μέχρι σήμερα, στους εφήβους και στους νέους ενήλικες το πρόβλημα είναι διαρκώς αυξανόμενο. 

Η Κίνα είχε επί χρόνια μια ιδιαιτερότητα: 

Σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες, τα ποσοστά αυτοκτονιών ήταν υψηλότερα στις γυναίκες, ειδικά στις αγροτικές περιοχές, λόγω της κοινωνικής πίεσης και των περιορισμένων επιλογών. 

Τα τελευταία χρόνια το μοτίβο αλλάζει, αλλά παραμένει σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση των συνθηκών στη χώρα. 

Στους εφήβους, τώρα, παρατηρούνται αυξημένα επίπεδα κατάθλιψης και άγχους, άνοδος των ποσοστών αυτοτραυματισμού και αυξανόμενος αριθμός περιστατικών αυτοκτονικού ιδεασμού. 

Οι αιτίες δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από αυτές στην ανεπτυγμένη Δύση: 

έντονη εκπαιδευτική πίεση, κοινωνικός ανταγωνισμός, μοναξιά (ιδιαίτερα σε αστικές περιοχές), ψηφιακή απομόνωση και υπερβολική χρήση social media, είναι οι βασικοί λόγοι που οδηγούν τους νέους στην αυτοκτονία. 

Επιπλέον, στη χώρα η αυτοκτονία παραμένει στίγμα και πολλές δηλώνονται ως «ατυχήματα», ενώ το σύστημα ψυχικής υγείας δέχεται υπερβολικές πιέσεις –κυρίως λόγω της αστικοποίησης– και δεν επαρκεί για τον πληθυσμό. Ευρώπη και Ελλάδα 

Στην Ευρώπη, από τη μία πλευρά οι συνολικοί δείκτες αυτοκτονιών έχουν μειωθεί τα τελευταία χρόνια, από την άλλη, όμως, τα προβλήματα ψυχικής υγείας στους εφήβους αυξάνονται. 

Σύμφωνα με στοιχεία του ΠΟΥ και της Eurostat, οι θάνατοι από αυτοκτονία στην ΕΕ μειώθηκαν περίπου κατά 13% μέσα σε μία δεκαετία, ωστόσο, στους νέους 15-29 ετών η αυτοκτονία παραμένει από τις βασικές αιτίες θανάτου. 

Σε έρευνα του WHO/Europe σε σχεδόν 280.000 εφήβους από 44 χώρες διαπιστώθηκε αύξηση της σχολικής πίεσης, μείωση της οικογενειακής υποστήριξης και επιδείνωση της ψυχικής ευημερίας, ειδικά στα κορίτσια. 

Οι χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά αυτοκτονιών στην Ευρώπη είναι η Σλοβενία, η Λιθουανία και η Ουγγαρία, ενώ τα χαμηλότερα ποσοστά εμφανίζουν η Κύπρος, η Ελλάδα και η Ιταλία. 

Και αυτό, όμως, είναι σχετικά παραπλανητικό, διότι στη νότια Ευρώπη παραμένει το κοινωνικό στίγμα που οδηγεί σε υποκαταγραφή. 

Επισήμως, στην Ελλάδα το ποσοστό αυτοκτονιών στις ηλικίες 15-19 ετών είναι περίπου 1,2 ανά 100.000 κατοίκους, από τα χαμηλότερα στην ΕΕ. 

Τα αγόρια εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά από τα κορίτσια, κατά περίπου 2,5 φορές. Την ίδια στιγμή, το Παρατηρητήριο Αυτοκτονιών της ΚΛΙΜΑΚΑ αναφέρει ότι 12%-16% των εφήβων ηλικίας 14-19 ετών παρουσιάζουν αυτοτραυματική συμπεριφορά, η οποία θεωρείται σημαντικός παράγοντας κινδύνου για μελλοντική αυτοκτονία. 

Η Ελλάδα δεν διαθέτει ολοκληρωμένο εθνικό σύστημα καταγραφής αποπειρών αυτοκτονίας που οδηγούν σε νοσηλεία, κάτι που σημαίνει ότι τα πραγματικά περιστατικά μπορεί να είναι αρκετά περισσότερα. 

Γιατί αυτοκτονούν οι νέοι

Διαβάζοντας τα στοιχεία από διαφορετικά μέρη του κόσμου, διαπιστώνουμε ότι πρόκειται για ένα πολυπαραγοντικό πρόβλημα, το οποίο διαμορφώνεται ανάλογα με τις κατά τόπους συνθήκες. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν κοινές συνιστώσες. 

Είναι η κατάθλιψη και οι αγχώδεις διαταραχές, ο σχολικός εκφοβισμός,

 η κοινωνική απομόνωση, η οικογενειακή βία ή παραμέληση, η χρήση ουσιών,

 η υπερβολική πίεση από το σχολείο ή τα κοινωνικά δίκτυα και η δυσκολία πρόσβασης σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας. 

Επίσης, τα social media, ειδικά στον αναπτυγμένο κόσμο, κατηγορούνται πλέον ευθέως για επιβάρυνση της ψυχικής υγείας των νέων και ο ρόλος τους δεν πρέπει να υποτιμηθεί. 

Δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές, ούτε βοηθάει ιδιαίτερα να κουνάμε το δάχτυλο σε γονείς, σχολεία και περιβάλλοντα.

Το φαινόμενο δεν είναι ούτε καινούργιο, ούτε άγνωστο. Και ο μόνος τρόπος να αντιμετωπιστεί είναι η πρόληψη.

 Οι διεθνείς οργανισμοί τονίζουν ότι η πρόληψη βασίζεται κυρίως στην έγκαιρη ψυχολογική υποστήριξη, στην εκπαίδευση γονέων και δασκάλων, στη μείωση του κοινωνικού στίγματος και στην εύκολη πρόσβαση των νέων σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Με λίγα λόγια, πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα στους νέους και όχι απλώς να καταγράφουμε το φαινόμενο. Και αν δεν μπορούμε να τους εξασφαλίσουμε τις συνθήκες ώστε να μεγαλώνουν με ασφάλεια, κοινωνική ισότητα και ηρεμία, τουλάχιστον θα πρέπει να τους δώσουμε πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Τα οικογενειακά περιβάλλοντα δεν είναι πάντα σε θέση να δουν το πρόβλημα. Εδώ μπαίνει στο κάδρο ο ρόλος των εκπαιδευτικών. Θα έπρεπε να έχουν τόσο την κατάρτιση όσο και το αίσθημα της ευθύνης για να διαγνώσουν προβληματικές συμπεριφορές. Θα έπρεπε, επίσης, να έχουν κάπου να απευθυνθούν. Και αυτό το «κάπου» θα πρέπει να κάνει κάτι. Ισως, τελικά, ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα είναι χωρίς κορώνες και με ρεαλισμό. Να σώσουμε όσο περισσότερους νέους μπορούμε από αυτό που εξελίσσεται σε επιδημία του θαυμαστού καινούργιου κόσμου μας. 







Πηγή: Protagon.gr

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ...ΤΙ...




 Η ζωή μετά τον καρκίνο 

δεν σημαίνει και επιστροφή 

στην κανονικότητα. 







Μιλαμε για Θεραπεια..οχι Ιαση

Μια αμερικανική μελέτη υπενθυμίζει ότι 

οι επιζώντες μπορεί να βρεθούν αντιμέτωποι με έναν διαφορετικό κίνδυνο: την εμφάνιση ενός νέου, ξεχωριστού πρωτοπαθούς καρκίνου

όχι μιας υποτροπής ή μετάστασης του πρώτου, αλλά 

μιας νέας κακοήθειας





Το εύρημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία , καθώς ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν πολλά χρόνια μετά την πρώτη διάγνωση αυξάνεται σταθερά.

Αποτελέσματα μελέτης που βασίστηκε σε στοιχεία 3,36 εκατομμυρίων ανθρώπων


Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος) και ο Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ) αναφέρουν ότι η μελέτη, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο έγκριτο περιοδικό PLOS Medicine βασίστηκε σε στοιχεία 3,36 εκατομμυρίων ανθρώπων στις Ηνωμένες Πολιτείες που είχαν διαγνωστεί με πρώτο πρωτοπαθή καρκίνο μεταξύ 1975 και 2019 και παρακολουθήθηκαν έως το 2022.

Στο διάστημα αυτό καταγράφηκαν περισσότερα από 510.000 νέα πρωτοπαθή περιστατικά καρκίνου σε 29,5 εκατομμύρια ανθρωποέτη παρακολούθησης.

Πρόκειται για έναν εντυπωσιακό όγκο δεδομένων, που επιτρέπει να δούμε 

όχι μόνο πόσο συχνός είναι ο κίνδυνος, αλλά και πώς αλλάζει ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, την εποχή και τη γενιά στην οποία ανήκει κάθε ασθενής, αναφέρουν οι ειδικοί.

Οι ερευνητές δεν έψαξαν απλώς “πόσοι” εμφάνισαν νέο καρκίνο, αλλά προσπάθησαν να κατανοήσουν τα μοτίβα πίσω από αυτό το φαινόμενο.

Ο κίνδυνος αυξάνεται με την ηλικία

Το πρώτο μήνυμα είναι ότι ο κίνδυνος αυξάνεται με την ηλικία. 

Στις γυναίκες, η συχνότητα νέου πρωτοπαθούς καρκίνου ανέβηκε 

από 915 περιστατικά ανά 100.000 ανθρωποέτη στις ηλικίες 35–39 ετών 

σε 1.980 στις ηλικίες 75–79.


Στους άνδρες η αύξηση ήταν ακόμη πιο έντονη: από 1.228 σε 2.945 περιστατικά στις ίδιες ηλικιακές ομάδες.

Συνεπώς, όσο μεγαλύτερος είναι κάποιος όταν διαγιγνώσκεται με τον πρώτο καρκίνο, τόσο πιο αυξημένη φαίνεται να είναι η πιθανότητα να εμφανίσει αργότερα έναν δεύτερο ανεξάρτητο καρκίνο

Η τάση αυτή ήταν γενικά ισχυρότερη στους άνδρες, με μία σημαντική εξαίρεση: στις γυναίκες που είχαν περάσει καρκίνο μαστού, ο κίνδυνος παρέμενε σχετικά σταθερός στις διαφορετικές ηλικίες, αντί να ακολουθεί την ίδια απότομη άνοδο.

Η μελέτη έδειξε επίσης ότι δεν είναι 

όλοι οι επιζώντες ίδιοι. 

Ο αρχικός τύπος καρκίνου παίζει σημαντικό ρόλο. 

Στις γυναίκες κάτω των 40 ετών, οι επιζώσες καρκίνου μαστού είχαν τον υψηλότερο κίνδυνο για επόμενο πρωτοπαθή καρκίνο σε σχέση με άλλες συχνές κατηγορίες.

Στους άνδρες κάτω των 40, ο υψηλότερος κίνδυνος βρέθηκε σε όσους είχαν περάσει καρκίνο παχέος εντέρου και ορθού. Αντίθετα, μετά τα 70 έτη, 

οι επιζώντες μελανώματος 

εμφάνιζαν τον υψηλότερο κίνδυνο και στα δύο φύλα.

Αυτές οι διαφοροποιήσεις δείχνουν ότι η παρακολούθηση μετά τον καρκίνο δεν μπορεί να είναι ενιαία για όλους· χρειάζεται να λαμβάνει κανείς υπόψη το είδος της πρώτης νόσου, την ηλικία και το φύλο.

Επίσης, ο κίνδυνος κορυφώθηκε σε ανθρώπους που είχαν γεννηθεί μεταξύ 1935 και 1945 και στη συνέχεια υποχώρησε στις νεότερες γενιές. 

Ωστόσο, αυτή η γενική βελτίωση δεν ίσχυσε για όλους. 

Στις γυναίκες που είχαν επιβιώσει από καρκίνο του πνεύμονα και 

στους άνδρες που είχαν περάσει καρκίνο της ουροδόχου κύστης, 

ο κίνδυνος δεν ακολούθησε καθοδική πορεία, αλλά συνέχισε να αυξάνεται. 

Το εύρημα αυτό είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό, γιατί υποδηλώνει ότι πίσω από τους μέσους όρους κρύβονται ομάδες ασθενών που παραμένουν ευάλωτες, ακόμη και όταν οι συνολικοί δείκτες φαίνονται να βελτιώνονται.

Η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη

Η εμφάνιση νέων πρωτοπαθών καρκίνων μειώθηκε με το πέρασμα του χρόνου,

ιδιαίτερα στους νεότερους επιζώντες. 

Αυτό είναι ένα ενθαρρυντικό εύρημα και πιθανόν συνδέεται,  με βελτιώσεις στην πρόληψη, τη διάγνωση, τη θεραπεία και τη μακροχρόνια φροντίδα των ασθενών. 

Όμως ούτε εδώ η εικόνα είναι ομοιόμορφη.






Το πιο εντυπωσιακό εύρημα αφορά τις γυναίκες που είχαν επιβιώσει 

από καρκίνο του πνεύμονα: 

σε αυτές, η συχνότητα εμφάνισης νέου πρωτοπαθούς καρκίνου αυξήθηκε κατά 60% στη σύγκριση της περιόδου 2015–2019 με την περίοδο 1975–1979.

Μικρότερες αλλά σαφείς αυξήσεις παρατηρήθηκαν επίσης στις γυναίκες με ιστορικό μελανώματος και στους άνδρες με ιστορικό καρκίνου της ουροδόχου κύστης.

Συνεπώς, 

η επιβίωση από έναν καρκίνο είναι μια μεγάλη νίκη, αλλά 

όχι το τέλος της ιστορίας. 

Η παρακολούθηση δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην πιθανότητα υποτροπής του πρώτου όγκου. 

Χρειάζεται να περιλαμβάνει και τον κίνδυνο εμφάνισης ενός νέου καρκίνου, ιδιαίτερα σε όσους ανήκουν σε ομάδες υψηλότερου κινδύνου. 

Αυτό μεταφράζεται σε πιο εξατομικευμένη φροντίδα, καλύτερο σχεδιασμό ελέγχων, προσοχή σε παράγοντες όπως 

το κάπνισμα και η υπεριώδης ακτινοβολία, αλλά και σε ειδική μέριμνα για τους μεγαλύτερους σε ηλικία επιζώντες, στους οποίους οι κίνδυνοι φαίνεται να αυξάνονται.

Τα δεδομένα δεν περιλάμβαναν λεπτομέρειες για θεραπείες, γενετική προδιάθεση ή αλλαγές στον τρόπο ζωής μετά την πρώτη διάγνωση. Άρα η έρευνα δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα “γιατί” συμβαίνουν αυτές οι τάσεις· μπορεί όμως να δείξει καθαρά 

“σε ποιους” και “πότε” ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος. 

Και αυτό από μόνο του είναι πολύτιμο. 

Γιατί σε μια εποχή όπου όλο και περισσότεροι άνθρωποι ζουν μετά τον καρκίνο, το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι μόνο η επιβίωση, αλλά και 

η μακροχρόνια, ποιοτική και καλά προστατευμένη ζωή.








ΠΗΓΗ: www.oloygeia.gr

ΖΩΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΔΟΚΙΜΟ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ..

 





Είναι τα 80 τα νέα 60; Πώς η αύξηση του προσδόκιμου ζωής αλλάζει την κοινωνία

















Στα 80 τους, πολλοί απλά αρνούνται να περάσουν αθόρυβα στο παρασκήνιο. 

Αυτό θα φαινόταν απίθανο πριν από μια γενιά, όταν τα 60 σηματοδοτούσαν την αρχή της αποχώρησης από την εργασία, 

τις φιλοδοξίες και τη δημόσια ζωή. 

Σήμερα , Καθώς το προσδόκιμο αυξάνεται και, η  υγεία ακολουθεί, επαναπροσδιορίζονται τα όρια τού ποιον θεωρούμε «ηλικιωμένο» .










Στην Ευρωπαϊκή Ένωση το ποσοστό 13% των ηλικιωμένων συνεχίζει να εργάζεται ακόμη και μετά την επίσημη συνταξιοδότησή του.







Εχει αυξηθεί η διάρκεια  της υγείας, με αποτέλεσμα, περισσότεροι ηλικιωμένοι  να ζουν υγιεινή ζωή, ασχολούμενοι με ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων 

της επιστήμης, της πολιτικής και της πολιτιστικής και κοινωνικής ζωής

Αυτή η διπλή επέκταση 

-των ετών που ζούμε  με καλή υγεία- 

αναδιαμορφώνει ουσιαστικά τις κοινωνίες. 

Σε ανεπτυγμένες χώρες, οι άνθρωποι 

 των 60, των 70 και των 80 είναι υγιείς, μορφωμένοι και κοινωνικά ενεργοί 

από οποιαδήποτε προηγούμενη γενιά 

στην ίδια ηλικία. 

Τα γνωστά σημάδια γήρανσης

 -αδυναμία, παραίτηση, προβλήματα υγείας- 

αναβάλλονται, ή εγκαταλείπονται εντελώς.

Remaining Time 0:00
 





Το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται σταθερά , 

χάρη στις προόδους ιατρικής, 

την υγιεινή διατροφή και 

τη δημόσια υγεία. 

Ωστόσο, η μακροζωία από μόνη της 

δεν μας λέει όλη την ιστορία. 

Αυτό που έχει αλλάξει δραματικά 

τα τελευταία χρόνια είναι

η διάρκεια της υγείας 

η περίοδος, της ζωής που περνάει κανείς χωρίς σοβαρές χρόνιες ασθένειες ή αναπηρίες.





Η καλύτερη διαχείριση 

καρδιαγγειακών, διαβήτη και του καρκίνου

σε συνδυασμό με την έγκαιρη διάγνωση και την προληπτική φροντίδα, σημαίνει ότι πολλοί φτάνουν πλέον σε προχωρημένη ηλικία με τις σωματικές και γνωστικές τους ικανότητες σε μεγάλο βαθμό ανέπαφες. 

Αυτό έχει μεταμορφώσει την εμπειρία 

της γήρανσης. 

Τα 70 δεν συνδέονται πλέον αυτόματα με την αδυναμία, ενώ 

τα 80 δεν συνεπάγονται απαραίτητα την εξάρτηση από έναν άλλον άνθρωπο για να βοηθάει στις καθημερινές μας συνήθειες και λειτουργείες.

Το αποτέλεσμα είναι μια αυξανόμενη ομάδα ηλικιωμένων που δεν επιβιώνουν απλώς περισσότερο, αλλά παραμένουν παραγωγικοί. 

Αποκτούν μεταπτυχιακούς τίτλους, 

συνάπτουν νέες σχέσεις, τρέχουν....μαραθώνιους, 

γράφουν βιβλία και 

κατέχουν πολιτικά αξιώματα. 








Ίσως η πιο ορατή επίδραση αυτής της αλλαγής είναι στον δημόσιο τομέα. 

Οι ηλικιωμένοι είναι παρόντες 

- στην επαγγελματική, πολιτιστική και κοινωνική ζωή. 

Στον επιχειρηματικό τομέα, οι ιδρυτές και τα στελέχη επεκτείνουν την καριέρα τους πολύ πέρα από την παραδοσιακή ηλικία συνταξιοδότησης.

Στον επιστημονικό και ακαδημαϊκό τομέα, οι ερευνητές παραμένουν ενεργοί μέχρι τα εβδομήντα και πέρα. 

Στην πολιτική, ηγέτες στα τέλη των εβδομήντα και ογδόντα 

διαμορφώνουν την εθνική και παγκόσμια ατζέντα.
Δεν πρόκειται απλώς για άτομα που αρνούνται να συνταξιοδοτηθούν. 

Το γεγονός αυτό αντικατοπτρίζει βαθύτερες δομικές αλλαγές:

μακρύτερες περιόδους εκπαίδευσης, λιγότερο απαιτητική σωματικά εργασία και μια οικονομία της γνώσης που ανταμείβει την εμπειρία και τη στρατηγική σκέψη όσο και την ταχύτητα ή την αντοχή. 





Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ηλικία μπορεί να γίνει πλεονέκτημα και όχι μειονέκτημα. 

Και από πολιτιστική άποψη, η παρουσία των ηλικιωμένων επεκτείνεται. 

Καλλιτέχνες, συγγραφείς δημιουργούν μερικά από τα πιο φιλόδοξα έργα σε προχωρημένη ηλικία, αντλώντας από δεκαετίες εμπειρίας. 

Η συμμετοχή στα κοινά τείνει να κορυφώνεται στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, καθώς οι άνθρωποι που διαθέτουν χρόνο, πόρους και αίσθηση σκοπού αναζητούν ουσιαστικούς τρόπους να συνεισφέρουν.







Σχεδιασμένη για μια εποχή που το προσδόκιμο ήταν μικρότερο και οι ασθένειες στην τρίτη ηλικία πιο συχνές, η συνταξιοδότηση σε μια καθορισμένη ηλικία φαίνεται ξεπερασμένη. 

Πολλοί ηλικιωμένοι δεν θέλουν να σταματήσουν εντελώς να εργάζονται, 

αλλά θέλουν ευελιξία: 

λιγότερες ώρες, διαφορετικούς ρόλους, νέες προκλήσεις. 

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 13% των ηλικιωμένων συνεχίζει να εργάζεται και μετά την επίσημη συνταξιοδότησή του. 

Αυτό έχει επιπτώσεις στις αγορές εργασίας, τα συνταξιοδοτικά συστήματα και τη δυναμική μεταξύ των γενεών, καθώς ένας γηράσκων αλλά ενεργός πληθυσμός μπορεί να ανακουφίσει την έλλειψη εργατικού δυναμικού και να στηρίξει την οικονομική ανάπτυξη. Επιπλέον, στην ΕΈ, ο μέσος πολίτης ζει σήμερα 20 χρόνια μετά τα 65. 

Από αυτά, τα 9 έως 10 υπολογίζονται ως χρόνια καλής υγείας, σύμφωνα με τη Eurostat  Αυτό σημαίνει ότι ένα μεγάλο μέρος της τρίτης ηλικίας χαρακτηρίζεται από λειτουργικότητα.




Πέραν της οικονομίας και πολιτικής, ο επαναπροσδιορισμός της ηλικίας είναι 

και ψυχολογικός. 

Όταν η κοινωνία αναμένει παρακμή, τα άτομα την εσωτερικεύουν. 

Αντίθετα, όταν η τρίτη ηλικία παρουσιάζεται ως μια περίοδος δυνατοτήτων και όχι περιορισμών, 

οι άνθρωποι συμπεριφέρονται διαφορετικά -επενδύουν στην υγεία τους, μαθαίνουν νέες δεξιότητες και διατηρούν κοινωνικούς δεσμούς. Οι έρευνες δείχνουν ότι η στάση απέναντι στη γήρανση μπορεί να έχει απτά αποτελέσματα στην ψυχική και σωματική υγεία. 

Όσοι βλέπουν τη γήρανση θετικά είναι πιο πιθανό να παραμείνουν ενεργοί και λειτουργικοί, ενισχύοντας την υγεία τους.

 Σύμφωνα με έρευνες μάλιστα, άτομα άνω των 65 που δηλώνουν ότι έχουν λόγο να σηκώνονται το πρωί εμφανίζουν χαμηλότερα ποσοστά κατάθλιψης και 

μειωμένο κίνδυνο γνωστικής έκπτωσης.

Ωστόσο, η μακροζωία φέρνει στο προσκήνιο και έναν λιγότερο ορατό αλλά ιδιαίτερα κρίσιμο ψυχολογικό κίνδυνο: 





τη μοναξιά.






 Καθώς οι κοινωνικοί κύκλοι συρρικνώνονται και οι ρυθμοί ζωής αλλάζουν, 

πολλοί ηλικιωμένοι βιώνουν κοινωνική απομόνωση, η οποία έχει αποδειχθεί ότι επηρεάζει την ψυχική υγεία 

όσο γνωστοί παράγοντες κινδύνου 

όπως το κάπνισμα ή η παχυσαρκία. 

Σ αυτό το πλαίσιο, η ποιότητα των κοινωνικών σχέσεων γίνεται εξίσου σημαντική με 

τη διάρκεια της ζωής.


Η «νέα ηλικία», λοιπόν, δεν καθορίζεται μόνο από τα χρόνια που προστίθενται στο ημερολόγιο, αλλά από το αν αυτά τα χρόνια παραμένουν 

ψυχικά γεμάτα, κοινωνικά ενεργά 

και νοηματικά φορτισμένα. 

Αν τα 80 μοιάζουν σήμερα με τα 60, 

αυτό οφείλεται όχι μόνο στην ιατρική πρόοδο, 

αλλά και στη μετατόπιση της ψυχολογικής ηλικίας -στο γεγονός ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι αρνούνται να αποδεχθούν την “απόσυρση” ως φυσική συνέχεια της ζωής.





Είναι τα 80 τα νέα 60; Πώς η αύξηση του προσδόκιμου ζωής αλλάζει την κοινωνία